βιβλιοδεσία


βιβλιοδεσία
Σύνολο εργασιών με τις οποίες συναρμολογείται σε τόμο ένα βιβλίο με τη συρραφή ορισμένου αριθμού τυπογραφικών φύλλων και την επικόλληση εξωτερικού περιβλήματος. Στην καθημερινή ομιλία, o όρος χρησιμοποιείται και για να υποδηλώσει μόνο το εξωτερικό κάλυμμα του βιβλίου. Ήδη οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι προστάτευαν το χειρόγραφο, που το τύλιγαν σε ρολό και το τοποθετούσαν σε μια θήκη από ξύλο ή από πολύτιμο μέταλλο. Τον 6ο αι. μ.Χ., το βιβλίο, που πλέον είχε τη μορφή κώδικα, ήταν πλούσια διακοσμημένο. Δύο αιώνες αργότερα, στον σμάλτο, στα μέταλλα και στο φίλντισι προστέθηκαν κοσμήματα και εγκολλήσεις πολυτίμων λίθων. Όταν τον Μεσαίωνα εγκαταλείφθηκε η βυζαντινή επιδεικτική πολυτέλεια, οι β. ήταν απλές, μοναστηριακού τύπου, ενώ με τις Σταυροφορίες επικράτησαν τα δεσίματα με μαροκινό δέρμα, με χαρακτική και χρυσή διακόσμηση, κατά τη συνήθεια των Κορανίων και των αραβικών χειρογράφων. Στην ουμανιστική περίοδο είχε μεγάλη διάδοση στην Ιταλία ένας τύπος κομψής β. με επένδυση από πολύτιμο ύφασμα ή με περγαμηνή με ζωγραφιές ή μικρογραφίες. Στο μεταξύ, η χρήση του χαρτονιού αντικατέστησε σιγά-σιγά το ξύλο και με την τυπογραφία η καινοτομία αυτή γενικεύτηκε. Ήδη, στο τέλος του 15ου αι., το βιβλίο έπαψε να είναι αντικείμενο ιερού σεβασμού: μικρού σχήματος πλέον, έγινε ελαφρύ και ευμεταχείριστο. Ανυπέρβλητο πρότυπο κομψότητας παραμένουν οι β. αλδίνες. Στα μέσα του 16ου αι., τα πρωτεία της βιβλιοδετικής τέχνης περιήλθαν στη Γαλλία, χάρη στους βιβλιόφιλους Τομά Μαϊέ και Ζαν Γκρολιέ, οι οποίοι δημιούργησαν β. εμπνευσμένες από τη βενετσιάνικη τέχνη. Ο διασημότερος βιβλιοδέτης του 17ου αι. ήταν ο Λε Γκασκόν, ενώ μετά από έναν αιώνα απέκτησαν μεγάλη φήμη o Παντλού ο Νεότερος και οι Ντερόμ. Σχεδόν ξεχασμένη στην περίοδο της αυτοκρατορίας, η τέχνη της β. επανεμφανίστηκε –σε ρομαντικό στιλ αυτή τη φορά– με τον Ντιντό (Διδότος). Στην Αγγλία η τέχνη της β., που προήλθε από την Ιταλία, έκανε αρκετά αργά αισθητή την πρωτοτυπία της: μόνο μετά τα μέσα του 18ου αι. εμφανίστηκαν οι περίφημες β. σε μαροκινό δέρμα ανοιχτού λαδί χρώματος του Ρότζερ Πέιν. Τoν 19o αι., αξιόλογη εργασία παρουσίασε ο Τσαρλς Λιούις. Στην Ιταλία ιδρύθηκε το 1865 ο οίκος Τζανίνι. Τον 20ό αι., τα πρωτεία επανήλθαν στη γαλλική σχολή, με τον Πιερ Λεγκρέν, καθώς για πρώτη φορά ο καλλιτέχνης εμπνεόταν μοντέλα που την εκτέλεσή τους εμπιστευόταν στους τεχνικούς. Ο Λεγκρέν υπήρξε δημιουργός του μοντέρνου στιλ, που με τον Πολ Μπονέ συνέχισε τη μεγάλη παράδοση του 16ου και 17ου αι. Τεχνική.Η β. περιλαμβάνει όλες τις εργασίες με τις οποίες από το τυπογραφικό φύλλο δημιουργείται το ολοκληρωμένο βιβλίο, σελιδοποιημένο, δεμένο, με κουβερτούρα ή όχι κλπ. Οι βασικές εργασίες είναι: κοπή, δίπλωμα, άπλωμα των τυπογραφικών, σύνθεση, έλεγχος, ράψιμο, ψαροκόλλημα, τοποθέτηση της τέλας, ξαναπέρασμα με ψαρόκολλα, ξάκρισμα, στρογγύλεμα, κατασκευή λουκιών, πέρασμα του καλύμματος, πρεσάρισμα, κατασκευή εξωτερικού λουκιού και τύλιγμα σε κουβερτούρα. Εξετάζοντας κάθε εργασία ξεχωριστά, πρέπει να αναφέρουμε ότι, ανάλογα με τον τύπο της β. και την αξία του βιβλίου, μερικές από τις εργασίες μπορούν να παραλειφθούν ή να εκτελεστούν με διαφορετική τεχνική και υλικά από αυτά που περιγράφονται. Ένας τύπος οικονομικής β. είναι η χαρτόδεση. Στην περίπτωση αυτή το κάλυμμα δεν είναι από χαρτόνι ντυμένο με ύφασμα ή άλλο υλικό, αλλά αποτελείται από ένα λεπτό χαρτόνι που κολλιέται απευθείας στη ράχη του βιβλίου και το οποίο δεν έχει εσώφυλλα. Σε μερικές περιπτώσεις, το ράψιμο των τυπογραφικών φύλλων γίνεται με απλό κόλλημα και ονομάζεται ράψιμο με κόλλα. Σε αυτή την περίπτωση τα τυπογραφικά δεν ράβονται το ένα με το άλλο. Αφού πελεκήσουμε ένα μέρος της επιφάνειας της ράχης του τόμου σε μια φρέζα, μας παρουσιάζεται τότε η ράχη σαν μια δέσμη φυλλάδια με ανώμαλες άκρες. Η χρησιμοποίηση τότε μιας καλής ποιότητας κόλλας εξασφαλίζει το δέσιμο όλων των σελίδων, της μίας με την άλλη. Υπάρχουν επίσης τύποι οικονομικού δεσίματος. Η β., που μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες είχε χαρακτήρα καθαρά χειροποίητης εργασίας και απασχολούσε μικρές βιοτεχνίες, χρησιμοποιεί τώρα σύνθετα και ταχύτατα μηχανήματα, που μπορούν να εκτελέσουν μόνα τους όλες τις κύριες εργασίες με μεγάλη ταχύτητα. Στα καλύτερα εξοπλισμένα εργοστάσια β., όλη η εργασία, από τη διαλογή των τυπογραφικών μέχρι το τελειωμένο βιβλίο, γίνεται χωρίς καμιά παρέμβαση εργατών, με παραγωγή μερικών χιλιάδων τόμων την ώρα. Βιβλιοδεσία του 15ου αι. φιλοτεχνημένη για τον πάπα Λέοντα Ι’ με μενταγιόν του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς. Εξαίρετο δείγμα καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας του 15ου αι. (Κορσινιανή Βιβλιοθήκη, Ρώμη). Καλλιτεχνική βιβλιοδεσία του 17ου αι. (Κορσινιανή Βιβλιοθήκη, Ρώμη). «Βιβλίο-ριπίδιο», ινδική πραγματεία περί ιατρικής του 17ου αι. (Βιβλιοθήκη Αλεσαντρίνα, Ρώμη). Χρυσή βιβλιοδεσία· ευαγγελιάριο της Θεοδολίνδης, βυζαντινής πιθανώς τέχνης (Ιταλία, Μόντσα, θησαυροφυλάκιο της Μητροπόλεως· φωτ. Tomsich). Αντιπροσωπευτικό δείγμα καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας του 16ου αι. (Κορσινιανή Βιβλιοθήκη, Ρώμη). Ανάγλυφο από ελεφαντόδοντο που χρησιμοποιήθηκε για το δέσιμο χειρογράφου και δόθηκε ως δώρο στον αυτοκράτορα της Γερμανίας Όθωνα Β’ επί ευκαιρία των γάμων του με τη Θεοφανώ, συγγενή του Ιωάννη Τσιμισκή (Μουσείο Κλινί, Παρίσι). ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ ΕΝΌΣ ΤΟΜΟΥ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ Βιβλιοδεσία του Γκριμάνι (1587). ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ ΕΝΌΣ ΤΟΜΟΥ ΚΑΙ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗ ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ
* * *
η
η ένωση των φύλλων χειρογράφου ή βιβλίου και η κάλυψή τους με προστατευτικό κάλυμμα, το δέσιμο, το στάχωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλιοδέτης. Η λ. μαρτυρείται στον Εμμανουήλ Ροΐδη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βιβλιοδεσία — η η συρραφή και η ένωση των τευχών ή των φύλλων σε βιβλίο και η κάλυψή τους με προστατευτικό κάλυμμα, το στάχωμα ή κότσωμα: Το βιβλίο αδικείται από την άσχημη βιβλιοδεσία του, παρά το καταπληκτικό περιεχόμενό του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιβλιοδεσία — [вивлиодэсиа] ουσ. Θ. переплет …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βιβλιοδετικός — ή, ό 1. ο σχετικός με τον βιβλιοδέτη ή τη βιβλιοδεσία 2. το θηλ. ως ουσ. βιβλιοδετική, η η τέχνη της βιβλιοδεσίας 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) βιβλιοδετικά, τα η αμοιβή του βιβλιοδέτη για τη βιβλιοδεσία …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοδέτης — ο (Μ βιβλιοδέτης) αυτός που ασχολείται επαγγελματικά με τη βιβλιοδεσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλίον + δέτης < δέω «δένω»] …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοδέτηση — η βιβλιοδεσία …   Dictionary of Greek

  • βιβλιοδετώ — κάνω βιβλιοδεσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλιοδέτης. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικό και Ελληνογαλλικό Λεξικό του Σκαρλάτου Βυζαντίου] …   Dictionary of Greek

  • βιβλιομανία — η πάθος για συλλογή βιβλίων, σπάνιων για τον χρόνο ή τον τόπο της έκδοσής τους, τη βιβλιοδεσία ή ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλίο(ν) + μανία (πρβλ. γαλλ. bibliomanie). Η ελλ. λ. μαρτυρείται στον Ανδρέα Μουστοξύδη] …   Dictionary of Greek

  • δέρμα — I (Ανατ.).Προστατευτικό όργανο (πάχους 0,5 4 χιλιοστών), που καλύπτει ολόκληρη την επιφάνεια του σώματος και μεταπίπτει, κατά τις φυσικές οπές του, στους βλεννογόνους. Αποτελείται από ένα λεπτό επιφανειακό στρώμα επιθηλιακού ιστού, την επιδερμίδα …   Dictionary of Greek

  • μαροκινός — ή, ό [Μαρόκο] 1. ο κάτοικος τού Μαρόκου ή αυτός που κατάγεται ή προέρχεται από το Μαρόκο 2. το ουδ. ως ουσ. το μαροκινό α) κατσικήσιο δέρμα ειδικά κατεργασμένο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για την κατασκευή χαρτοφυλάκων ή για βιβλιοδεσία β)… …   Dictionary of Greek

  • ορειχαλκόσκονη — η σκόνη ορειχάλκου, κασσιτέρου και συνηθέστερα ψευδαργύρου, η οποία παράγεται χημικώς ή μηχανικώς με θρυμματισμό και κονιοποίηση και χρησιμοποιείται σε επιχρυσώσεις, αντί τής σκόνης χρυσού, στη βιβλιοδεσία, στη διακοσμητική, σε γύψινα και άλλα… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.